Στόμα : «ο καθρέφτης της υγείας»

Η πρώτη καταγραφή της ύπαρξης «γιατρών των δοντιών» αποδίδεται στον Ηρόδοτο και τοποθετείται στο 500 π.Χ. Εντούτοις η αναφορά προγενέστερων ιστορικών και ιδιαίτερα Αιγυπτίων στις τότε γνωστές νόσους του στόματος, χάνεται στα βάθη των αιώνων (2600 π.Χ.). Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια από τότε και στη δύση του Μεσαίωνα η Οδοντιατρική-και αργότερα η Στοματολογία, να εδραιωθούν ως αυτοτελείς Επιστήμες. Με όπλο την τεχνολογία και τις ανέσεις της τυπογραφίας εκδόθηκαν τα πρώτα Οδοντιατρικά συγγράμματα στα μέσα του 16ου αιώνα. Περί τα 1840, ο Αμερικανός Thomas Emerson Bond, καθηγητής στην πρώτη αναγνωρισμένη Οδοντιατρική Σχολή του κόσμου στη Βαλτιμόρη των Η.Π.Α., ιδρύει ξεχωριστή έδρα με αντικείμενο αποκλειστικά τη Στοματολογία και θεωρείται πλέον ο «πατέρας» της νέας αυτής Επιστήμης.

Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τη Στοματολογία ως ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του στην Ιατρική και τα κλαδιά του στην Οδοντιατρική. Η παραπάνω ρήση ίσως αντικατοπτρίζει με τον καλύτερο τρόπο το ευρύ φάσμα δράσης της νέας σχετικά Επιστήμης που στην Ελλάδα ασκείται, με τρόπο παρόμοιο με τις Η.Π.Α και τη Μεγάλη Βρετανία,  μόλις τα τελευταία 35 έτη. Οι ειδικοί Στοματολόγοι στη χώρα μας εκπαιδεύονται μέσα από τριετή μεταπτυχιακά προγράμματα, μετά τη λήψη του πτυχίου της Οδοντιατρικής.

Ο ειδικευθείς στη Στοματολογία ασχολείται με όλα τα νοσήματα (πάνω από 500) που εκδηλώνονται ποικιλοτρόπως στη στοματική κοιλότητα και στα οστά των γνάθων. Οι άνθρωποι που ενδέχεται να εμφανίσουν τις παραπάνω νόσους στο στόμα ανήκουν σε όλες τις ηλικιακές ομάδες (παιδιά, νέοι, μεσήλικες, υπερήλικες). Η έκταση, η ένταση και η χρονική διάρκεια των βλαβών εξαρτώνται από τη φύση των παθήσεων. Αυτές πιθανόν να εκδηλωθούν με ήπιες και εντοπισμένες αλλοιώσεις, ως αποτέλεσμα χρόνιων ερεθισμών ή τραυματισμών του στόματος ή να αποτελούν μέρος ενός χρόνιου συστηματικού νοσήματος με σοβαρές επιπτώσεις για τη γενική υγεία.

Χαρακτηριστικά νοσήματα με εκδηλώσεις στη στοματική κοιλότητα είναι τα αυτοάνοσα δερματοβλεννογόνια (ομαλός λειχήνας, πέμφιγα, πεμφιγοειδές κ.ά), τα ρευματολογικά (ερυθηματώδης λύκος, σύνδρομο Sjogren κ.ά), του γαστρεντερικού σωλήνα (ελκώδης κολίτιδα, νόσος Crohn κ.ά), τα λοιμώδη μεταδοτικά (φυματίωση, AIDS), καρκινώματα (ακανθοκυτταρικό Ca), αλλά και σύνδρομα ή άλλες κληρονομικές παθήσεις. Τα παραπάνω νοσήματα μπορούν να παρουσιασθούν ως άφθες ή έλκη του βλεννογόνου του στόματος, ογκίδια ή όγκοι των χειλέων, της γλώσσας ή της υπερώας, κύστεις, μελανές κηλίδες, λευκές ή ερυθρές πλάκες κ.ά. Εμμένουσες αλλοιώσεις που αντιστέκονται στη θεραπεία θα πρέπει να προβληματίσουν τον ασθενή και να τον οδηγήσουν έγκαιρα στον Οδοντίατρο ή το Στοματολόγο.

Στη διαγνωστική «φαρέτρα» του Στοματολόγου βρίσκονται μια σειρά από εξετάσεις (κλινικές, εργαστηριακές) που σκοπό έχουν την αποκάλυψη της αιτίας πρόκλησης των βλαβών. Σε αυτή την κατεύθυνση η λήψη ενός λεπτομερούς ιατρικού και οδοντιατρικού ιστορικού, ο ακτινογραφικός έλεγχος, η διενέργεια πλήρους αιματολογικού ελέγχου και η χρήση περαιτέρω απεικονιστικών μεθόδων (υπέρηχος, σιαλαδενογραφία) οδηγούν στην ακριβή διάγνωση της υποκείμενης νόσου. Η λήψη ιστοτεμαχιδίου (βιοψία) από σημείο της στοματικής κοιλότητας (γλώσσα, χείλη, ούλα, περειά) και η μελέτη του στο μικροσκόπιο από ειδικό Παθολογοανατόμο επιβεβαιώνει ή απορρίπτει την αρχική διάγνωση. Η διαδικασία της βιοψίας γίνεται στο ιατρείο με τοπική αναισθησία, είναι ανώδυνη και απόλυτα ασφαλής, ενώ διαρκεί λίγα μόλις λεπτά.

Η θεραπεία των παθήσεων που εκδηλώνονται στο στόμα μπορεί να είναι φαρμακευτική ή χειρουργική. Η πρώτη χρησιμοποιεί τοπικά (κρέμες, αλοιφές, στοματικά διαλύματα) ή συστηματικά σκευάσματα (κάψουλες, ταμπλέτες) ή και τα δύο μαζί. Η χειρουργική περιλαμβάνει την ολική αφαίρεση των βλαβών όταν αυτό είναι αναγκαίο (όγκοι, ογκίδια, υπερπλασίες). Η συνεργασία με γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, όπως δερματολόγοι, ρευματολόγοι, γαστρεντερολόγοι και γναθοχειρουργοί, αποτελεί τμήμα της θεραπευτικής προσέγγισης και εντάσσεται στην προσπάθεια της ασφαλούς ανακούφισης του ασθενή από τα συμπτώματα των νόσων του στόματος.

Η έγκαιρη διάγνωση εξασφαλίζει καλύτερη πρόγνωση της νόσου. Οι συχνοί επανέλεγχοι της νόσου και η επικοινωνία με τον Στοματολόγο ή τον Οδοντίατρο μειώνουν τον κίνδυνο επανεμφάνισης και ελαχιστοποιούν τις υποτροπές, όπου αυτές είναι πιθανές. Όπως άλλωστε έχει δηλώσει και ο Ιπποκράτης 2500 χρόνια πριν, «Δει προλαμβάνειν ή θεραπεύειν». Καλύτερα να προλαμβάνουμε, παρά να θεραπεύουμε…

Search Στοματολόγος MSc - Οδοντίατρος DDS
Share:
Open

ESPA